08/08/2026
Η ιστορία των παιδιών των λουκουμοποιών είναι η ίδια η ιστορία της Σύρου.
Πώς ήρθε το λουκούμι στη Σύρο
Δεν είναι κυκλαδίτικο στην καταγωγή. Το έφεραν οι πρόσφυγες της Χίου μετά τη Σφαγή του 1822. Έστησαν τα πρώτα καζάνια στις αυλές των σπιτιών τους στην Ερμούπολη, πρόσθεσαν μαστίχα από τον τόπο τους και η γεύση απογειώθηκε.
Λέγεται ότι η πρώτη καζανιά μπήκε το 1832. Η πρώτη επίσημη σφραγίδα λουκουμοποιού εμφανίζεται το 1837, του Σταματελάκη. Από εκεί και πέρα το επάγγελμα άνθισε.
Όπως λέει και η Ντίνα Συκουτρή, που γεννήθηκε μέσα στη λουκουμόσκονη στο λιμάνι, η παράδοση ξεκίνησε από τη Χίο, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη και κατέληξε μέσω της προσφυγιάς να γλυκαίνει κάθε σημαντική στιγμή των Συριανών. Ο πατέρας της, ο Γιώργος Συκουτρής, ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη και είναι μια από τις ιστορικές οικογένειες.
Από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960, υπήρχαν πολλές βιοτεχνίες λουκουμιών στη Σύρο και πολλά καταστήματα πώλησής του στην Ερμούπολη που απασχολούσαν πολύ προσωπικό. Γύρω από το λουκούμι αναπτύχθηκαν και άλλα επαγγέλματα, χαλβαδόπιτες, ζαχαροπλάστες, κασέλες για τη μεταφορά.
Εκείνα τα καλοκαίρια, μέσα στα πέτρινα εργαστήρια δίπλα στο λιμάνι, η ζέστη ήταν διπλή. Έξω ο ήλιος να καίει την πέτρα, μέσα τα μεγάλα χάλκινα καζάνια να βράζουνε. Ζάχαρη, άμυλο, νερό και μαστίχα - το λουκούμι είναι ένα gel ζάχαρης και αμύλου, lokum στα τούρκικα, που στη Σύρο έγινε λευκό, ροζ, με φιστίκι, με μαστίχα.
Η δουλειά ήθελε όλη την οικογένεια. Οι άντρες ανακάτευαν με τεράστια ξύλινα κουπιά για να μην πιάσει. Οι γυναίκες έκοβαν με λαδωμένα μαχαίρια και το κύλαγαν στην άχνη και τα παιδιά; Τα παιδιά ήταν παντού, μέσα στη ζάχαρη.
Όλα τα παιδιά εμείς των λουκουμοποιών, μόλις έκλειναν τα καζάνια το μεσημέρι, έφευγαν όπως ήταν - με τα κοντομάνικα κολλημένα, τα χέρια γλυκά, τα μαλλιά κάτασπρα από την άχνη ζάχαρη - και έτρεχαν στα κύματα, την παραλία ακριβώς κάτω από την Ερμούπολη και έπεφταν μέσα και η θάλασσα γινότανε ένα πολύ ελαφρό άσπρο, γαλακτώδες. Έφευγε, βέβαια, αμέσως κι έλεγαν ότι η θάλασσα γλύκαινε εκείνη την ώρα.»
Η θάλασσα πραγματικά γλύκαινε για λίγα δευτερόλεπτα, το νερό γύρω τους θόλωνε από τη ζάχαρη που έλιωνε. Ήταν το μπάνιο της λύτρωσης. Μετά από ώρες μέσα στον ατμό, το κρύο νερό του Αιγαίου τους ξεκούραζε κι όταν έβγαιναν, μύριζαν ακόμα μαστίχα και θάλασσα μαζί. Γύριζαν πίσω στο εργαστήριο, που ακόμα άχνιζε, για να βοηθήσουν να πακετάρουν τις επόμενες κασέλες που θα έφευγαν με το καράβι για τον Πειραιά.
Αυτά τα παιδιά είναι σήμερα 70 και 80 χρονών. Και ακόμα, όταν μιλάνε για εκείνα τα καλοκαίρια, λένε το ίδιο: ότι ποτέ δεν ξαναέφαγαν πιο γλυκό μπάνιο.
Άννα Δανάλη με πληροφορίες από το διαδύκτιο